Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Based on a true story

Σήμερα, 2 Νοέμβρη 2009, είπα να στρώσω στο σπίτι. Τα όσα ακολουθούν είναι όλα όσα πραγματικά έζησα μέχρι την ώρα της ανάρτησης. Αν δεν είχα ξεδώσει γράφοντας τα έτσι όπως τα έγραψα, η φλοκάτη θα είχε πλυθεί με πολύ κλάμα...
Της φλοκάτης

Αν ήξερα τι μου 'μελε, κάλλιο να μην ξυπνούσα
Και όσα έζησα ποτέ, ποτέ να μην τα ζούσα!

Νοέμβρης είναι, μα θαρρείς πως είναι πια χειμώνας
Των παγετώνων, θα 'λεγε κανείς, ξανάρθε ο αιώνας
Οπότε είπα και εγώ, ανάθεμα την ώρα
«Να στρώσω πρέπει τα χαλιά, ευθύς, αμέσως, τώρα!»
Και έπιασα και έβγαλα ολόμαλλη φλοκάτη
Μα βρόμικη, λερή, αυτή που ήτανε χιονάτη
Κι ολόλευκη, και κάτασπρη, και αφρατοχνουδάτη
Που σαν την έβλεπε κανείς, φώναζε πάντα «Να τη,
Να η φλοκάτη η καλή, που έχει τόσες χάρες
Που κρύβονται από ντροπή πατάκια και μπουχάρες!»

Αν ήξερα τι μου 'μελε, ποτέ δε θ' αρχινούσα
Να πλύνω τη φλοκάτη μου, παρά θα την πετούσα!

Με ένα καθαριστικό, φλοκατοσαμπουανάτο
Πριν να τη λούσω, έπρεπε να την απλώσω κάτω
Και με τη σκούπα την καλή, την ηλεκτροκινούσα
Να τη σκουπίσω έπρεπε. Και σκόνες σαν ρουφούσα
Με δύναμη και με ορμή, με ζέση και με πείσμα
Τότες η σκούπα έπαψε.... «Μην έφυγε το βύσμα;
Μη έπεσε ο γενικός; Μην κόπηκε το ρεύμα;»
Αναρωτιόμουν κάνοντας της απορίας νεύμα
Ούτε το βύσμα έπεσε, ούτε και τίποτα άλλο
Άλλο κακό μου έλαχε, τρανό μα και μεγάλο

Αν ήξερα τι μου 'μελε, φωτιά θα είχα βάλει
Να κάψω τη φλοκάτη μου, την άσπρη, τη μεγάλη!

«Καλή μου σκούπα, έμπιστη, γιατί δεν γουργουρίζεις;
Γιατί τη σακουλίτσα σου με σκόνες δεν γεμίζεις;
Στην πρίζα είσαι κι έχει φως, τι θες και με πριζώνεις;
Γιατί τον κινητήρα σου πλέον δεν τον γκαζώνεις;»
Κι η σκούπα τότε μίλησε, κι η σκούπα τότε λέει
Με μια φωνή λυπητερή, που νόμιζες πως κλαίει:
«Κάποτε ήμουν νια κι εγώ, με εγγύηση και κούτα
Και ήταν πενταστράφτερα και τα ροδάκια τούτα
Και κάθε μου εξάρτημα, μα απόκαμα, πεθαίνω
Και σ' άλλες σκούπες, πια νεκρές, επίσκεψη πηγαίνω

Αν ήξερα τι μου 'μελε, στα μπάζα, στα σκουπίδια
Θα ήταν η φλοκάτη μου, μπορεί κι αποκαΐδια!

Και έσβησε η σκούπα μου, η δωροχαρισμένη
Από τον φίλο τον καλό, που πρώην, χωρισμένη
Του είχε δώσει μα αυτός την έδωσε σε μένα
Να μη θυμάται τα πολλά που του 'χε καμωμένα
Δάκρυ πικρό, κλάμα πικρό, έχυνα για τη σκούπα
Κι ήταν ο θρήνος συνεχής, λες κι είχε μπει σε λούπα
Σαν δάκρυσα και έκλαψα και θρήνησα τη φίλη
Που τόση σκόνη και βρομιά στον Άδη είχε στείλει
Κάθισα και το σκέφτηκα, τι έπρεπε να κάνω
Καινούργια σκούπα έπρεπε στο σπίτι μου να βάνω

Αν ήξερα τι μου 'μελε, φλοκάτινες κορδέλες
Θα στόλιζαν χωματερές, χαβούζες και φαβέλες

Μα θέλω σκούπα δυνατή, τρανή και κοτσονάτη
Εκεί που άλλες σταματούν, αυτή να 'ναι φορτσάτη
Μα τέτοιες σκούπες, τι τα θες, ζυγίζουν κάνα τόνο
Κι εγώ δεν έχω όχημα, μα παίρνω πάντα μόνο
Τα μέσα της μεταφοράς, της μαζικής που λένε
Τρένα, μετρά και μίνι-μπας, αέριο που καίνε
Μια φίλη όμως βρέθηκε, γειτόνισσα, αρτίστα
Που τραγουδά σε θέατρα κι ουδέποτε σε πίστα
Τ' αμάξι έβαλε αυτή, και την καλή παρέα
Και έτσι αγοράστηκε η σκούπα μου η νέα

Αν ήξερα τι μου' μελε, μοκέτα θα 'χα στρώσει
Και τη φλοκάτη θα 'πλενα μ' οξέα, για να λιώσει

Στο σπίτι μου μια έκπληξη περίμενε, σαν μπήκα
Ένα CD που ήθελα να περιμένει βρήκα
Μια αγορά που έκανα μέσω διαδικτύου
Που σε πακέτα έφτανε μέσω ταχυδρομείου
«Το πρώτο είναι» σκέφτηκα «το πρώτο το τεσσάρων»
Κι όλος χαρά το έβαλα να παίξει άρον-άρον
Κι αφού σαλόνι σκόπευα να φλοκατοστολίσω
Σωστό δεν ήταν για μετά κάποια δουλειά ν' αφήσω:
Το σώμα του καλοριφέρ δεν δούλευε, ωστόσο
Δεν ήταν τόσο δύσκολο να το εξαερώσω...

Αν ήξερα τι μου 'μελε, θα είχα μόνο έχτρες
Με κάτι άσχημες, κακιές, φρικτές φλοκατοπλέχτρες

Τα της διαχειρίστριας πώς να τα παραλείψω;
Αφού δεν είχα το κλειδί τη στρόφιγγα να στρίψω
Πετάχτηκα για να της πω να πάρω το δικό της
Και μια και δυο, και δυο και τρεις, να με στο σπιτικό της
Ήταν πολύ ευγενική, μου το 'δωσε, το πήρα
Και πριν προλάβω να χαθώ μες στον ανελκυστήρα
Με ρώτησε στην πόρτα μου το δέμα μου, αν είδα
«Δεν χώραγε» συνέχισε «στη γραμματοθυρίδα»
«Το είδα και το μάζεψα» «Μαζέψατε και τ' άλλο
Που είχε έρθει μέρες πριν, που ήταν πιο μεγάλο;»

Αν ήξερα τι μου 'μελε, αν ήξερα το μέλλον
Θα έπαιρνα επίδομα αφλοκατίας πλέον

«Πάκετο άλλο;» τη ρωτώ. «Μεγάλο» απαντάει
«Το άφησα στην είσοδο, στην πόρτα πλάι-πλάι»
«Ποτέ μου δεν το έλαβα, τι λέτε;!» Με κοιτάει
«Να δείτε που το κλέψανε» ψυχρά μου απαντάει
«Δεν μπαίνουν μόνον ένοικοι στην πολυκατοικία
Περνούν και τόσοι άγνωστοι που παν στα ιατρεία»
Κι αναρωτιέμαι, πού θα βρουν οι κλέφτες να πουλήσουν
Βιβλία με θεατρικά, εκτός και αν θελήσουν
Να κάνουν την παραγωγή και να τα ανεβάσουν
Οπότε εκδικήθηκα, γιατί λεφτά θα χάσουν!

Αν ήξερα τι μου 'μελε, θα 'πιανα την ψιλή
Και τη φλοκάτη στο λεπτό θα έκανα χαλί

Ενός κακού, μύρια κακά έρχονται να σε πνίξουν
Το έζησα, το βίωσα, αλλά δεν θα με ρίξουν
Έχω τη σκούπα μου λοιπόν, έχω και τη φλοκάτη
Έχω το καθαριστικό και έχω ακόμα κάτι:
Το ωραίο, όμορφο κλειδί που πρέπει να το βάλω
Στο σώμα του καλοριφέρ, αέρα ν' αποβάλλω
Η βίδα του καλοριφέρ, βαμμένη είναι όμως
Και βάζω δύναμη πολλή να στρίψει -και τι τρόμος!
Η βίδα φεύγει ξαφνικά, ατμός καυτός σφυρίζει
Και με καυτά βρομόνερα το μέρος πλημμυρίζει

Αν ήξερα τι μου 'μελε, τις λούτρινες τις γάτες
Εγώ θα κατασκεύαζα μονάχα με φλοκάτες

Φλοκάτη έχω απλωτή, σαλόνι βαλτωμένο
Και το χειρότερο απλώς στέκομαι και προσμένω
Άλλο κακό δεν έρχεται, αφού έχει τριτώσει
Κι αναρωτιέμαι πως μπορεί να έχω γκίνια τόση
Σκουπίζω το σαλόνι μου, σκουπίζω τη φλοκάτη
Πού χρόνος για ξεκούραση, πού χρόνος για ραχάτι;
Βάζω ένα μέρος σαμπουάν, νερό εννέα μέρη
Κι αρχίζω τα τριψίματα στο πέλος με το χέρι
Το λούσιμο που έπεσε, μου θύμισε πως είχα
Κι εγώ μια κόμη πλούσια, κι όχι λιγάκι τρίχα

Αν ήξερα τι μου 'μελε, μπορεί να προτιμούσα
Στο κρύο και στην παγωνιά και στο χιονιά να ζούσα

Με τα πολλά, κάποια στιγμή το πλύσιμο τελειώνει
Μα ήθελε συμμάζεμα λιγάκι το σαλόνι
Μέχρι να γίνει και αυτό, στεγνώνει κι η φλοκάτη
Κι όπως την έστρωνα, εκεί, μου γύρισε το μάτι:
Δεν πήγαινε, δεν ταίριαζε, φαινόταν τόσο χάλια!
Νεύρα κουρέλια είχα πια, και κρόσσια, και τσατάλια!
Χωρούσε, ναι, μα έμοιαζε ο χώρος με τσαντίρι
Μου ήρθε κώνειο να πιω, από το ποτιστήρι!
Και τότε αποφάσισα, αντί ν' αυτοκτονήσω
Να ηρεμήσω και απλώς να τα εξιστορήσω

Αν ήξερα τι μου 'μελε, μπορεί να είχα γνώση
Που ίσως να μην ήθελα ποτέ να είχα τόση

6 σχόλια:

tiflosourtis είπε...

You are and the first!!!
:-D

druna είπε...

teleio!!!!

Alexander είπε...

xaxaxa

ti se vrike oime..

djimDjim είπε...

Για την ιστορία να αναφερθεί πως μόλις έστρωσα τη φλοκάτη κάτω από το κρεβάτι μου και είναι υπέροχη!

Tradescadia είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Tradescadia είπε...

Μα βρε Δημήτρη! Βρε Δημήτρη! 2 Ν-Ο-Ε-Μ-Β-Ρ-Ι-Ο-Υ ανοίγουν τέτοιες δουλειές βρε πουλάκι μου; ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ;;;; Αρ γιου σίριους!! Και μετά μου λες..."Απαγορεύεται η είσοδος σε αναποδιές!". Άμα μιλάω εγώ...! ;)