Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Ρε μαλάκα, αυτός είναι πούστης!

Ακόμα δεν έχω συνέλθει από το γεγονός πως
ο Καρατζαφέρης βγήκε και απήγγειλε Καβάφη μετά τη συνεδρίαση των αρχηγών των κομμάτων! Αμέσως έκανα εικόνα μπερδεμένα ακροδεξιάκια να τον γκουγκλαρουν και να ανακαλύπτουν τη φρίκη!


«Τα σπάσατε, κύριε πρόεδρε!»

Και έτσι μπήκα στην ιστοσελίδα kavafis.gr και βρήκα και ένα ποίημα που πολύ ταιριάζει στην περίοδο που διανύουμε...


Ας φρόντιζαν (Αναγνωρισμένα ) - Κ.Π. Καβάφης

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Based on a true story

Σήμερα, 2 Νοέμβρη 2009, είπα να στρώσω στο σπίτι. Τα όσα ακολουθούν είναι όλα όσα πραγματικά έζησα μέχρι την ώρα της ανάρτησης. Αν δεν είχα ξεδώσει γράφοντας τα έτσι όπως τα έγραψα, η φλοκάτη θα είχε πλυθεί με πολύ κλάμα...
Της φλοκάτης

Αν ήξερα τι μου 'μελε, κάλλιο να μην ξυπνούσα
Και όσα έζησα ποτέ, ποτέ να μην τα ζούσα!

Νοέμβρης είναι, μα θαρρείς πως είναι πια χειμώνας
Των παγετώνων, θα 'λεγε κανείς, ξανάρθε ο αιώνας
Οπότε είπα και εγώ, ανάθεμα την ώρα
«Να στρώσω πρέπει τα χαλιά, ευθύς, αμέσως, τώρα!»
Και έπιασα και έβγαλα ολόμαλλη φλοκάτη
Μα βρόμικη, λερή, αυτή που ήτανε χιονάτη
Κι ολόλευκη, και κάτασπρη, και αφρατοχνουδάτη
Που σαν την έβλεπε κανείς, φώναζε πάντα «Να τη,
Να η φλοκάτη η καλή, που έχει τόσες χάρες
Που κρύβονται από ντροπή πατάκια και μπουχάρες!»

Αν ήξερα τι μου 'μελε, ποτέ δε θ' αρχινούσα
Να πλύνω τη φλοκάτη μου, παρά θα την πετούσα!

Με ένα καθαριστικό, φλοκατοσαμπουανάτο
Πριν να τη λούσω, έπρεπε να την απλώσω κάτω
Και με τη σκούπα την καλή, την ηλεκτροκινούσα
Να τη σκουπίσω έπρεπε. Και σκόνες σαν ρουφούσα
Με δύναμη και με ορμή, με ζέση και με πείσμα
Τότες η σκούπα έπαψε.... «Μην έφυγε το βύσμα;
Μη έπεσε ο γενικός; Μην κόπηκε το ρεύμα;»
Αναρωτιόμουν κάνοντας της απορίας νεύμα
Ούτε το βύσμα έπεσε, ούτε και τίποτα άλλο
Άλλο κακό μου έλαχε, τρανό μα και μεγάλο

Αν ήξερα τι μου 'μελε, φωτιά θα είχα βάλει
Να κάψω τη φλοκάτη μου, την άσπρη, τη μεγάλη!

«Καλή μου σκούπα, έμπιστη, γιατί δεν γουργουρίζεις;
Γιατί τη σακουλίτσα σου με σκόνες δεν γεμίζεις;
Στην πρίζα είσαι κι έχει φως, τι θες και με πριζώνεις;
Γιατί τον κινητήρα σου πλέον δεν τον γκαζώνεις;»
Κι η σκούπα τότε μίλησε, κι η σκούπα τότε λέει
Με μια φωνή λυπητερή, που νόμιζες πως κλαίει:
«Κάποτε ήμουν νια κι εγώ, με εγγύηση και κούτα
Και ήταν πενταστράφτερα και τα ροδάκια τούτα
Και κάθε μου εξάρτημα, μα απόκαμα, πεθαίνω
Και σ' άλλες σκούπες, πια νεκρές, επίσκεψη πηγαίνω

Αν ήξερα τι μου 'μελε, στα μπάζα, στα σκουπίδια
Θα ήταν η φλοκάτη μου, μπορεί κι αποκαΐδια!

Και έσβησε η σκούπα μου, η δωροχαρισμένη
Από τον φίλο τον καλό, που πρώην, χωρισμένη
Του είχε δώσει μα αυτός την έδωσε σε μένα
Να μη θυμάται τα πολλά που του 'χε καμωμένα
Δάκρυ πικρό, κλάμα πικρό, έχυνα για τη σκούπα
Κι ήταν ο θρήνος συνεχής, λες κι είχε μπει σε λούπα
Σαν δάκρυσα και έκλαψα και θρήνησα τη φίλη
Που τόση σκόνη και βρομιά στον Άδη είχε στείλει
Κάθισα και το σκέφτηκα, τι έπρεπε να κάνω
Καινούργια σκούπα έπρεπε στο σπίτι μου να βάνω

Αν ήξερα τι μου 'μελε, φλοκάτινες κορδέλες
Θα στόλιζαν χωματερές, χαβούζες και φαβέλες

Μα θέλω σκούπα δυνατή, τρανή και κοτσονάτη
Εκεί που άλλες σταματούν, αυτή να 'ναι φορτσάτη
Μα τέτοιες σκούπες, τι τα θες, ζυγίζουν κάνα τόνο
Κι εγώ δεν έχω όχημα, μα παίρνω πάντα μόνο
Τα μέσα της μεταφοράς, της μαζικής που λένε
Τρένα, μετρά και μίνι-μπας, αέριο που καίνε
Μια φίλη όμως βρέθηκε, γειτόνισσα, αρτίστα
Που τραγουδά σε θέατρα κι ουδέποτε σε πίστα
Τ' αμάξι έβαλε αυτή, και την καλή παρέα
Και έτσι αγοράστηκε η σκούπα μου η νέα

Αν ήξερα τι μου' μελε, μοκέτα θα 'χα στρώσει
Και τη φλοκάτη θα 'πλενα μ' οξέα, για να λιώσει

Στο σπίτι μου μια έκπληξη περίμενε, σαν μπήκα
Ένα CD που ήθελα να περιμένει βρήκα
Μια αγορά που έκανα μέσω διαδικτύου
Που σε πακέτα έφτανε μέσω ταχυδρομείου
«Το πρώτο είναι» σκέφτηκα «το πρώτο το τεσσάρων»
Κι όλος χαρά το έβαλα να παίξει άρον-άρον
Κι αφού σαλόνι σκόπευα να φλοκατοστολίσω
Σωστό δεν ήταν για μετά κάποια δουλειά ν' αφήσω:
Το σώμα του καλοριφέρ δεν δούλευε, ωστόσο
Δεν ήταν τόσο δύσκολο να το εξαερώσω...

Αν ήξερα τι μου 'μελε, θα είχα μόνο έχτρες
Με κάτι άσχημες, κακιές, φρικτές φλοκατοπλέχτρες

Τα της διαχειρίστριας πώς να τα παραλείψω;
Αφού δεν είχα το κλειδί τη στρόφιγγα να στρίψω
Πετάχτηκα για να της πω να πάρω το δικό της
Και μια και δυο, και δυο και τρεις, να με στο σπιτικό της
Ήταν πολύ ευγενική, μου το 'δωσε, το πήρα
Και πριν προλάβω να χαθώ μες στον ανελκυστήρα
Με ρώτησε στην πόρτα μου το δέμα μου, αν είδα
«Δεν χώραγε» συνέχισε «στη γραμματοθυρίδα»
«Το είδα και το μάζεψα» «Μαζέψατε και τ' άλλο
Που είχε έρθει μέρες πριν, που ήταν πιο μεγάλο;»

Αν ήξερα τι μου 'μελε, αν ήξερα το μέλλον
Θα έπαιρνα επίδομα αφλοκατίας πλέον

«Πάκετο άλλο;» τη ρωτώ. «Μεγάλο» απαντάει
«Το άφησα στην είσοδο, στην πόρτα πλάι-πλάι»
«Ποτέ μου δεν το έλαβα, τι λέτε;!» Με κοιτάει
«Να δείτε που το κλέψανε» ψυχρά μου απαντάει
«Δεν μπαίνουν μόνον ένοικοι στην πολυκατοικία
Περνούν και τόσοι άγνωστοι που παν στα ιατρεία»
Κι αναρωτιέμαι, πού θα βρουν οι κλέφτες να πουλήσουν
Βιβλία με θεατρικά, εκτός και αν θελήσουν
Να κάνουν την παραγωγή και να τα ανεβάσουν
Οπότε εκδικήθηκα, γιατί λεφτά θα χάσουν!

Αν ήξερα τι μου 'μελε, θα 'πιανα την ψιλή
Και τη φλοκάτη στο λεπτό θα έκανα χαλί

Ενός κακού, μύρια κακά έρχονται να σε πνίξουν
Το έζησα, το βίωσα, αλλά δεν θα με ρίξουν
Έχω τη σκούπα μου λοιπόν, έχω και τη φλοκάτη
Έχω το καθαριστικό και έχω ακόμα κάτι:
Το ωραίο, όμορφο κλειδί που πρέπει να το βάλω
Στο σώμα του καλοριφέρ, αέρα ν' αποβάλλω
Η βίδα του καλοριφέρ, βαμμένη είναι όμως
Και βάζω δύναμη πολλή να στρίψει -και τι τρόμος!
Η βίδα φεύγει ξαφνικά, ατμός καυτός σφυρίζει
Και με καυτά βρομόνερα το μέρος πλημμυρίζει

Αν ήξερα τι μου 'μελε, τις λούτρινες τις γάτες
Εγώ θα κατασκεύαζα μονάχα με φλοκάτες

Φλοκάτη έχω απλωτή, σαλόνι βαλτωμένο
Και το χειρότερο απλώς στέκομαι και προσμένω
Άλλο κακό δεν έρχεται, αφού έχει τριτώσει
Κι αναρωτιέμαι πως μπορεί να έχω γκίνια τόση
Σκουπίζω το σαλόνι μου, σκουπίζω τη φλοκάτη
Πού χρόνος για ξεκούραση, πού χρόνος για ραχάτι;
Βάζω ένα μέρος σαμπουάν, νερό εννέα μέρη
Κι αρχίζω τα τριψίματα στο πέλος με το χέρι
Το λούσιμο που έπεσε, μου θύμισε πως είχα
Κι εγώ μια κόμη πλούσια, κι όχι λιγάκι τρίχα

Αν ήξερα τι μου 'μελε, μπορεί να προτιμούσα
Στο κρύο και στην παγωνιά και στο χιονιά να ζούσα

Με τα πολλά, κάποια στιγμή το πλύσιμο τελειώνει
Μα ήθελε συμμάζεμα λιγάκι το σαλόνι
Μέχρι να γίνει και αυτό, στεγνώνει κι η φλοκάτη
Κι όπως την έστρωνα, εκεί, μου γύρισε το μάτι:
Δεν πήγαινε, δεν ταίριαζε, φαινόταν τόσο χάλια!
Νεύρα κουρέλια είχα πια, και κρόσσια, και τσατάλια!
Χωρούσε, ναι, μα έμοιαζε ο χώρος με τσαντίρι
Μου ήρθε κώνειο να πιω, από το ποτιστήρι!
Και τότε αποφάσισα, αντί ν' αυτοκτονήσω
Να ηρεμήσω και απλώς να τα εξιστορήσω

Αν ήξερα τι μου 'μελε, μπορεί να είχα γνώση
Που ίσως να μην ήθελα ποτέ να είχα τόση

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

Ρέκβιεμ για μία κατσαρίδα

Θαρρώ πως καλοκαίριασε
Θαρρώ πως ήρθε θέρος
Μια κατσαρίδα μέριασε
Την είδα χθες στο μέρος

Με κοίταγε ακίνητη
Με θώραγε σιγώντας
Μα σαν τη σίμωσα, αυτή
Την έκανε πετώντας

Μπορεί να ήταν μόνο μια
Μα ξέρω, θα ξανάρθει
Και με τις φίλες της ξανά
Στο μπάνιο μου θ' αράξει

Το σχέδιό μου έκανα
Το έθεσα σε πράξη
Και αν την δω ποτέ ξανά
Πια δεν θα με τρομάξει

Θα την κοιτάξω και εγώ
Και τι θα κάνω μόνο;
Θα την ραντίσω στο λεπτό
Με κατσαριδοκτόνο!

Το παραπάνω γράφημα συσχετισμού εμφάνισης κατσαρίδων και πωλήσεων κατσαριδοκτόνων είναι της σχεδιάστριας Kanella και με ενέπνευσε να γράψω το παραπάνω ποίημα, ο δημιουργός! Είναι βασισμένο σε πραγματική ιστορία, της οποίας η τελική πράξη θα παιχτεί απόψε, της έχω στήσει καραούλι...

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

Ζητείται συνθέτης

Ζητείται συνθέτης για τη μελοποίηση των ακόλουθων τετράστιχων:

Παρανάλωμα, μωρό μου, παρανάλωμα
Να καούμε στα κρεβάτια τα παράνομα
Κι αν μας πιάσουνε, του έρωτα το τρόπαιο
Ισως σ' εγκλημα μας ρίξει αποτρόπαιο


Στου έρωτα τα γκέμια
Δεμένο με κρατούσες
Με σφύρες και καλέμια
Μ' ακινητοποιούσες

Στης καρδιάς την καρμανιόλα
Μ' έριξες, παλιοκαριόλα
Κι όλα όσα μου 'χες τάξει
Μου τα πάτησε τ' αμάξι

Μάζευα ασφόδελους, ήλιους και βιολέτες
Κι είχα για πικ-νικ αβγά, μπρικ και κοτολέτες
Σίμωσες και κάθησες στην καρό κουβέρτα
Κι άρχισες τα πονηρά, λάγνα σούρτα-φέρτα

Αν ο χωρισμός περνούσε
Με υπόθετα κι ενέσεις
Άνετα ποιος θα μπορούσε
Να καθίσει πια σε θέσεις;


Κι ένα πεντάστιχο, άλλης τεχνοτροπίας.

Της νύχτας τα καμώματα
Στα ιδρωμένα στρώματα
Τα νιώθουνε τα σώματα
Στα κουρασμένα άκρα τους
Με πόνους μύριους κι άκρατους


Δεκτές μόνο σοβαρές προτάσεις. Δίδεται αμοιβή.